Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Πίστη....





Με αφορμή μια συζήτηση περί ύπαρξης ή μη του Θεού.Να επισημάνω από την αρχή ότι είμαι ενάντια σε καθετί δογματικό και καθετί που εμποδίζει την εξέλιξη μου στο δρόμο προς στην αυτογνωσία.

Πίστη ως πεποίθηση εδραιωμένη στο φόβο και στο μένος ενός Θεού τιμωρού, πίστη σε έναν εκφυλισμένο Θεό εξωτερικό αντικείμενο λατρείας ή πίστη που απορρέει από εσωτερική εμπειρία και υποκειμενική αποκάλυψη στο ανθρώπινο είναι?

Πίστη στην πίστη κάποιου άλλου που έχει όπως ισχυρίζεται απόψεις-απαντήσεις του τύπου "η πνευματική εξασθένηση του ανθρώπου και η κατάντια του οφείλεται στο προπατορικό αμάρτημα και θα σωθούμε από την αμαρτία και τα δεινά αν αποδεχτούμε το μόνο Σωτήρα και λειτουργήσουμε σύμφωνα με τις εντολές του"?Πόσο αφελείς και ανώριμες μπορεί νάναι τέτοιες πεποιθήσεις και ποιοί είναι αυτοί που μπορούν να κρίνουν πόσο αμαρτωλός είναι ο άλλος, ποιά τα μέτρα και τα σταθμά της αμαρτίας (που αρχικά όταν πρωτοδημιουργήθηκε σαν λέξη από τους αρχαίους Έλληνες είχε μικρότερης βαρύτητας ερμηνεία την οποία τροποποίησαν αργότερα οι πατέρες της εκκλησίας-κάτι έπρεπε να κάνουν μεταξύ πολλών άλλων αχαρακτήριστων για να περισώσουν το γόητρο της εκκλησίας, γιατί ο κόσμος είχε αρχίσει να ξυπνά )?

Ρωτήσαμε τον Θεό αν θέλει τέτοιου είδους παιδιά που για προσωπικό τους όφελος(ένα πολυπόθητο εισητήριο στην Εδέμ) παλεύουν να αποδείξουν κάτι που ίσως δεν είναι?Ποιός είναι αυτός που προεξοφλεί πως μόνο οι άνθρωποι που λένε ότι λειτουργούν σύμφωνα με τη γραμμή του Θεού και πιστεύουν σ'αυτόν κι είναι καλοί χριστιανοί και ανάβουν καντήλια κτλ κτλ κεριά ως το μπόι τους είναι οι σωστοί κι οι τέλειοι κι όλοι οι υπόλοιποι που δεν πιστεύουμε στο Θεό-ον αλλά λειτουργούμε κατά συνείδηση είμαστε οι σκάρτοι και άχρηστοι?Μήπως η ιστορία δε μας διδάσκει πως ο Χριστιανισμός προς όφελος της δικής του επιβίωσης δε θεώρησε όλα τα αντίθετα κινήματα αιρετικά και τα κατέπνιξε στο αίμα αμφότεροι κι από τις δύο πλευρές?Ψέματα?
Πού είναι τελικά η κόλαση και πού ο Παράδεισος?Γιατί κάνουμε το λάθος να σκεφτόμαστε ως "ζωντανά" όντα όπως όταν σκεφτόμαστε το θάνατο και τρομάζουμε στην ιδέα του μέχρι να μας βρει...?Εάν υπάρχει η ψυχή τώρα και είναι αθάνατη τότε και μετά θάνατο του σώματός μας θα υπάρχει...Μήπως η κόλαση βρίσκεται μέσα μας?Μήπως η απάντηση βρίσκεται στη συμφιλίωση των Θεών που κυβερνούν μέσα μας?Καταλαβαίνεις που θέλω να καταλήξω...Μήπως το θεϊκό με το ανθρώπινο συναντώνται στη γνώση του εαυτού μας?

Θα γίνω καλός άνθρωπος και θα επέλθει ειρήνη στον κόσμο γιατί κάποιος μου υπέδειξε πως πρέπει να φερθώ?Κι αν πλάστηκα κατ'εικόνα και κατ'ομοίωσιν του δε τόχω μέσα μου?Αχ ναι ξέχασα ο καλός μου Αριστοτέλης έλεγε"ουτ'άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίγνονται αι αρεταί αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασθαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του έθους"...Η πραγμάτωση της ηθικής αρετής συνεπάγεται ευχαρίστηση για τον άνθρωπο.

Αν και γίνεται αναφορά στο Θεό θα σταθώ λίγο σε όσους χαρακτηρισμούς αποδίδονται στον Ιησού.Στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες κατά πως φαίνεται δεν υπήρχε ενιαίο δόγμα για τον Ιησού.Στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας 451μ.χ. ανάγεται σε άρθρο πίστης η ένωση της θείας με την ανθρώπινη ουσία στο πρόσωπο του, οτέλειος άνθρωπος και ο τέλειος Θεός(πάλι οι πατέρες της Εκκλησίας το χεράκι τους από πίσω).Στο Βυζάντιο μετέπειτα το υπεράνθρωπο ον, ο κυβερνήτης του παντός ο Παντοκράτωρ.Μεσαίωνας, υπερβατικό ον αυστηρό και απλησίαστο.Μετά την Αναγέννηση περίοδος παρακμής για την εικόνα του.Ο λουθηρανισμός μισεί την αναγεννησιακή ειδωλολατρική εικόνα του...μέχρι τον άψυχο υλισμό των τελευταίων αιώνων."Ένας μύθος ο Ιησούς" σύμφωνα με τους θετικιστές.
Ο Θεός έχει πεθάνει, ο Ιησούς δεν υπάρχει.Ή μήπως ναι?Στη συγκριτική μυθολογία ο Ιησούς , ο Όσιρις, ο Βούδας και όλοι οι υπόλοιποι γνωστοί και μη εξαιρετέοι αποτέλεσαν και αποτελούν παρόμοια σύμβολα.
Υπάρχει Θεός για όλους και για το μονοθεϊσμό και τις πολυθεϊστικές θρησκείες. Μόνο που η καθεμιά περίπτωση έχει το δικό της συμβολισμό.

Είναι καθορισμένο ον ο άνθρωπος ή δημιουργημένο τελικά?Ανεξάρτητο ή περιορισμένο?
Γιατί όπως πολύ σωστά ορίζεται η δημιουργία:
"Δημιουργία είναι η πράξη που κάνει να υπάρχει ένας άλλος από το Θεό, ένας άλλος με απόλυτη ετερότητα, διότι δημιουργώ σημαίνει να τοποθετώ ένα ον έξω από μένα έτσι που μπορεί να υπάρξει χωρίς το μόνιμο στήριγμα του Δημιουργού του"(Cathherine Chalier)

Τελειώνοντας θα παραθέσω σκέψεις του Levinas:
"Αν ο Θεός δεν υπάρχει"αναφωνούσε ο Ιβάν Καραμαζόφ, "τότε όλα επιτρέπονται".Είχε άδικο.Αν ο Θεός δεν υπάρχει, αν ο αιώνας μας του αφαίρεσε τις ιδιότητες της ύπαρξης, αν διστάζουμε να πούμε :"Ο Θεός το θέλησε, ο Θεός το διάλεξε, ο Θεός το πρόσταξε" και να μιλάμε για το Θεό σαν να ήταν ο γιατρός ή η πεθερά μας, είναι ακριβώς για να μην είναι 'όλα δικαιολογήσιμα.

Προτιμώ την απλησίαστη και υπερβατική εικόνα του Θεού. Δεν έχει ανάγκη από εξύμνηση.Για μένα η εξύμνηση του είναι και η ανώτερη μορφή συκοφαντίας από όσους του δίνουν υπόσταση.


Ευχαριστώ.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Η λειτουργία του Κοινοβουλίου στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία στο τέλος του 19ου αιώνα




Εισαγωγή


O κοινοβουλευτισμός αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες(κυρίως της Δυτικής Ευρώπης), κάτω από την πίεση των νέων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων1. Όπως προκύπτει από το πρώτο μέρος της εργασίας αυτής, όπου γίνεται σύγκριση της λειτουργίας του βρετανικού, γαλλικού και γερμανικού κοινοβουλευτικού συστήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, οι κοινοβουλευτικοί και συνταγματικοί θεσμοί παρουσιάζουν ιδιομορφίες και σοβαρές διαφορές2. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται οι κοινωνικές ομάδες που εκπροσωπούνται στα παραπάνω κοινοβούλια, και στο τρίτο ανιχνεύεται η πολιτική σημασία του καθενός για τη χώρα του.

1.Σύγκριση της λειτουργίας του βρετανικού, γαλλικού και γερμανικού κοινοβουλίου

Το βρετανικό κοινοβούλιο συγκροτούσαν δύο εξίσου σημαντικά νομοθετικά σώματα: η Βουλή των Λόρδων και η Βουλή των Κοινοτήτων. Το λογικό, πειθαρχικό και πρακτικό αυτό σύστημα3 διακρινόταν από την ανακατανομή των εξουσιών στα τρία κύρια θεσμικά όργανα και στηριζόταν στο δικομματισμό. Ο μονάρχης ασκούσε τυπικά την εκτελεστική εξουσία, μέσω ενός υπουργικού συμβουλίου, το οποίο ήταν υπόλογο στο κοινοβούλιο. Η λειτουργία του ήταν εύρυθμη και ομαλή και η εξουσία του εκτεινόταν σε όλους τους τομείς: είχε το δικαίωμα να τροποποιεί και να απορρίπτει νομοσχέδια, να προβαίνει σε συνταγματικές αλλαγές και ακόμα, ήταν το ανώτερο δικαστήριο της χώρας4. Ωστόσο, έκανε συνετή χρήση των δικαιοδοσιών του μια και ο πρωθυπουργός είχε το δικαίωμα να διαλύσει τη Βουλή και να προσφύγει σε εκλογές.

Η λειτουργία του γαλλικού κοινοβουλίου, το οποίο αποτελούσαν επίσης δύο νομοθετικά σώματα(Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία), ήταν περιορισμένη. Το γαλλικό πολιτικό σύστημα δεν ήταν τόσο αυστηρό. Η Γ΄ Δημοκρατία ήταν ένα μάλλον συντηρητικό καθεστώς και οι αλλαγές στη δημοκρατική πια Γαλλία επέρχονταν με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τη μοναρχική Βρετανία και την απολυταρχική Γερμανία, γεγονός που οδηγούσε σε αστάθεια και στασιμότητα.






Οι σχέσεις προέδρου και πρωθυπουργού δεν είχαν σαφώς διευκρινιστεί, ενώ την εποχή που εξετάζουμε παρατηρείται ενίσχυση των εξουσιών του πρωθυπουργού. Πάραυτα, μια συνταγματική μεταρρύθμιση του 1884 τον καθιστά έρμαιο στις διαθέσεις των βουλευτών διότι του στερούσε τη δυνατότητα διάλυσης της Βουλής, πλεονέκτημα που είχε ο βρετανός ομόλογός του5.Το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό του βρετανικού κοινοβουλίου, δηλαδή η δυνατότητα προσφυγής σε εκλογές που δεν υφίστατο στην Γ΄ Δημοκρατία, την καταδίκασε σε μια διαδοχή βραχύβιων κυβερνήσεων 6.

Στη νεοσύστατη Γερμανία, η οποία βρισκόταν κάτω από την πρωσική κυριαρχία η λειτουργία του κοινοβουλίου παραγκωνιζόταν από τον πρώσο μονάρχη και στηρίχτηκε σε συμβιβασμούς. Μια μορφή συμβιβασμού επιτεύχθηκε με τη θέσπιση της ομοσπονδιακής Βουλής(Reichstag).H Βουλή αυτή παρόλο που τα μέλη της εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία, είχε περιορισμένες δικαιοδοσίες. Σε αντίθεση με τη βρετανική και τη γαλλική Βουλή, ενώ είχε το δικαίωμα της αρνησικυρίας ,δεν μπορούσε να νομοθετήσει χωρίς την έγκριση του αυτοκράτορα, ο οποίος συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες7. Επίσης υπήρχε και ένα δεύτερο νομοθετικό σώμα, η Γερουσία(Bundesrat), το οποίο αποτελούσαν 58 αντιπρόσωποι των μελών κρατών της αυτοκρατορίας,. Τα κόμματα και οι ομάδες του γερμανικού κοινοβουλίου είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν κριτική και λειτουργούσαν ως μοχλοί πίεσης, αλλά δεν κυβερνούσαν στη βάση της πραγματικής τους ισχύος8.

Η πρόοδος της δημοκρατίας συμβάδιζε με μέτρα που πάρθηκαν και από τα τρία κοινοβούλια για τη διόρθωση των συνεπειών της κοινωνικής ανισότητας.

Τόσο η Βρετανία όσο και η Γαλλία αναδείχτηκαν σε κοινοβουλευτικά πρότυπα, σε σχέση με τη Γερμανία όπου ο κοινοβουλευτισμός ουσιαστικά έμεινε ανολοκλήρωτος.



2.Ο ι κοινωνικές ομάδες που εκπροσωπούνταν στα κοινοβούλια.


Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Η Βουλή των Λόρδων αποτελούσε φέουδο της υψηλής αριστοκρατίας, μια και οι βουλευτές της ήταν ως επί το πλείστον ευγενείς και επίσκοποι. Στη Βουλή των Κοινοτήτων κυριαρχούσαν τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης .

Γαλλικό Κοινοβούλιο

Το γαλλικό κοινοβούλιο στηρίχθηκε κυρίως στη μικρομεσαία αστική τάξη, σε ένα τμήμα της εργατικής ελίτ καθώς και των αγροτών9 που αποτέλεσαν το βάθρο της Γερουσίας.

Γερμανικό Κοινοβούλιο

Την ομοσπονδιακή βουλή(Reichstag), η οποία εκλέγονταν με το σύστημα της καθολικής ψηφοφορίας αποτελούσαν συντηρητικοί που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των Junkers(μεγαλογαιοκτήμονες), εθνικοφιλελεύθεροι τη βιομηχανική κι εμπορική αστική τάξη και κεντρώοι την καθολική μειονότητα10.

Τα μέλη της Γερουσίας προέρχονταν κυρίως από την αστική τάξη.


3.Πολιτική σημασία κοινοβουλίων


Οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί παντού στην Ευρώπη είχαν τον ίδιο στόχο, αν όχι και το ίδιο αποτέλεσμα πάντα: τον έλεγχο των κεντρικών κυβερνήσεων. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 1870, κοινός στόχος κι επιδίωξη όλων των προοδευτικών αλλά και πολλών συντηρητικών δυνάμεων, σε μια προσπάθεια εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής, ήταν η διεύρυνση της εκλογικής βάσης με τη θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας11. Οι δυνάμεις της συντήρησης αντιστέκονταν σθεναρά στις επιδιώξεις του κοινοβουλευτισμού12 .Ο εκδημοκρατισμός προκαλούσε ανησυχία στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις που διέβλεπαν τον κίνδυνο που ενείχε ο ολοένα αυξανόμενος ρόλος των «μαζών» και δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν εξισωτικά σχήματα μαζί τους13.Η πολιτική σημασία των κοινοβουλίων συνοψίζεται στα εξής:


Αν και η μοναρχία βρισκόταν στο κέντρο του πολιτικού συστήματος, ο κοινοβουλευτισμός στη Βρετανία ήταν ιδιαίτερα ισχυρός14.Ο σοσιαλισμός δεν ήταν ακόμα υπολογίσιμη δύναμη. Η εξουσία του κοινοβουλίου εκτεινόταν σε όλους τους τομείς διασφαλίζοντας την πολιτική σταθερότητα.. Το βρετανικό μοντέλο διακυβέρνησης προσδιοριζόταν από την προοδευτική επέκταση της ψήφου15 και στηριζόταν στην ευρεία παραχώρηση πολιτικών ελευθεριών και σε διοικητική και πολιτική αποκέντρωση. Ακόμα, έλαβε μέτρα που στόχευσαν στην απαλοιφή των καταχρήσεων του καθεστώτος της ελεύθερης οικονομίας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Κύριος στόχος των πολιτικών ωστόσο, ήταν η ευημερία της χώρας16. Συγκρούσεις μεταξύ των δύο νομοθετικών σωμάτων δεν συνέβαιναν ως τις αρχές του20ου αι. και οι σχέσεις τους χαρακτηρίζονταν από μετριοπάθεια και συναίνεση,μια και οι απόψεις τους συνέπιπταν ιδεολογικοπολιτικά.

Στη Γαλλία, η έλλειψη κομματικής συνοχής και πειθαρχίας ανέδειξε τις βουλευτικές ομάδες σε ρυθμιστές της πολιτικής κατάστασης 17.Έτσι, οι κυβερνήσεις ασχολήθηκαν περισσότερο με την επιβίωσή τους και απέφυγαν κάθε μέτρο που θα μπορούσε να προκαλέσει αντιπαλότητα με τις ομάδες πλειοψηφίας που προέρχονταν από την κάλπη18. Πολυάριθμες και γραφικές κρίσεις, που συγκλόνισαν τη γαλλική δημοκρατία εξαιτίας της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού και της κυβερνητικής αστάθειας, προκάλεσαν απογοήτευση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διχασμοί, κλίμα συναλλαγής και διαφθοράς και σκάνδαλα πολιτικών έδωσαν το έναυσμα για την εξάπλωση του αντισημιτισμού και του αντικληρικαλισμού. Ωστόσο, το πολιτικό καθεστώς δεν κινδύνευσε σοβαρά. Για την πλειονότητα του γαλλικού λαού, καθώς και για ορισμένους λαούς που ενέπνευσε, η γαλλική δημοκρατία αναδείχθηκε σε πρότυπο δημοκρατίας. Οι λόγοι ήταν οι εξής: φρόντισε για την ενίσχυση των πολιτικών ελευθεριών, δεν ακολούθησε αντισοσιαλιστική πολιτική παρόλο που ο σοσιαλισμός ήταν μεγάλη πολιτική δύναμη, κράτησε μια μέση οδό μεταξύ των ακραίων τάσεων(αντιδραστικών και επαναστατών), και τέλος, τα μέτρα που έλαβε, για ισότητα ευκαιριών και κοινωνική προαγωγή των μικρομεσαίων τάξεων, της έδωσαν το προβάδισμα έναντι των άλλων μορφών κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης19.

Το ομοσπονδιακό πολιτικό σύστημα που επικράτησε στη νεοσύστατη Γερμανία, απείχε πολύ από τα κοινοβουλευτικά συστήματα της Γαλλίας και της Βρετανίας. Ουσιαστικά πραγματικός κοινοβουλευτισμός δεν υπήρχε. Ο καγκελάριος και το υπουργικό συμβούλιο ήταν υπεύθυνο στο μονάρχη. Ωστόσο, το κοινοβούλιο δεν ήταν μια απλή σφραγίδα20. Η βουλή μπορούσε να καταψηφίσει την κυβέρνηση, αλλά δεν μπορούσε να την εξαναγκάσει να δεχθεί την απόφασή της21Όλες οι υπόλοιπες εξουσίες , όπως ήταν η διατήρηση της μορφής διακυβέρνησης και η εφαρμογή των νόμων, που δε είχαν παραχωρηθεί στην κεντρική κυβέρνηση παρέμειναν στη δικαιοδοσία του κράτους. Ηγετική φυσιογνωμία ο καγκελάριος Βίσμαρκ , στηριζόμενος σε εναλλασσόμενες πλειοψηφίες προσπάθησε να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των κυρίαρχων ομάδων. Επίσης, εφάρμοσε μια πολιτική προστατευτισμού σε μια προσπάθεια να υποτάξει τα στοιχεία που απειλούσαν την αυτοκρατορική ενότητα, μέχρι την αποπομπή του από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, που οδήγησε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στη νομιμοποίηση και αργότερα στις εκλογές του 1912, στον τελικό θρίαμβο22.

4.Επίλογος


Ο κοινοβουλευτισμός, το σύστημα συνταγματικής διακυβέρνησης μιας χώρας βασίστηκε στις αρχές του φιλελευθερισμού και αποτέλεσε παράγοντα εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής στα τέλη του 19ου αιώνα, με τη θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας. Διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στο παρελθόν, συνιστούσαν ένα κοινοβουλευτικό-συνταγματικό φάσμα με πολλές διαβαθμίσεις και παραλλαγές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της απολυταρχίας.
Το φιλελεύθερο δημοκρατικό πρότυπο είτε εμπνεύστηκε από τη δημοκρατική Γαλλία είτε από τη μετριοπαθή Βρετανία, είτε φαινομενικά ήταν ανύπαρκτο όπως στην περίπτωση του γερμανικού κοινοβουλευτικού συστήματος, προσαρμόστηκε δύσκολα στην εισβολή των μαζών και των νέων προοδευτικών δυνάμεων στο πολιτικό προσκήνιο. Η προσπάθεια διατήρησης της εσωτερικής και της διεθνούς σταθερότητας από τις μεγάλες δυνάμεις δεν κατάφερε τελικά να αποτρέψει την έκρηξη της παγκόσμιας σύρραξης.


Στο παραπάνω κείμενο οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από έγκριτη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία ενώ συνοδεύεται από σεβαστό αριθμό παραθεμάτων και υποσημειώσεων.
Βαθμολογήθηκε με 9.

Ευχαριστώ....